Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 2017

Όταν η Αυστραλία υποδεχόταν νύφες από την Ελλάδα

Η δεκαετία του 1950, ήταν η πιο δύσκολη στη νεότερη ιστορία της χώρας. Η Ελλάδα προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της, κουβαλώντας πληγές από την Κατοχή, και τον Εμφύλιο. Η επαρχία μαστιζόταν από την ανεργία και τη φτώχεια.
Το δρόμο, για τη ξενιτιά πήραν πρώτοι, ο αντρικός πληθυσμός. Χωριά ολόκληρα αδειάσανε για την Αυστραλία, την Αμερική, τα ορυχεία του Βελγίου, ακόμα και για τη Μέση Ανατολή.
Πίσω έμειναν μόνο οι ηλικιωμένοι, και τα κορίτσια που δεν ήταν παντρεμένα.
Τα χρόνια περνούσαν, και τα άλλοτε κεφαλοχώρια, έμοιαζαν με ερειπωμένες πόλεις, μετά από φυσική καταστροφή. 

Οι Έλληνες μετανάστες δούλεψαν σκληρά, έκαναν περιουσίες, αλλά οι ντόπιοι δεν τους αποδέχτηκαν εύκολα. Οι κοπέλες από την Αυστραλία, απέφευγαν τους Έλληνες, τους θεωρούσαν επικίνδυνους και υπανάπτυκτους.




Και κάπου εκεί το ελληνικό δαιμόνιο ανέλαβε δράση. Σύχρονες προξενήτρες ανέλαβαν να παντρέψουν τους μετανάστες με φτωχά κορίτσια από την επαρχία.
Με μια φωτογραφία από την υποψήφια νύφη, η προξενήτρα δεχόταν προσφορές από τους υποψήφιους γαμπρούς. Έτσι ξεκίνησε το μεγαλύτερο προξενιό της ιστορίας. 
Καράβια γεμάτα, με νέα κορίτσια ξεκινούσαν για την Αυστραλία. Το πολυήμερο ταξίδι, ήταν το διαβατήριό τους, για μια καλύτερη ζωή.
Μια βαλίτσα ρούχα και μια φωτογραφία του γαμπρού με τη καλύτερη προσφορά, αποβιβάζονταν στο λιμάνι. Εκεί τους περίμεναν, χιλιάδες καλοντυμένοι ξεριζωμένοι Έλληνες, που τις παραλάμβαναν κα με ένα πρόχειρο χαρτί που υπόγραφαν, εξασφαλίζανε, την παραμονή τους, μέχρι την ημέρα του γάμου.
Μετά τα πρώτα καράβια, και τα γράμματα, που έφταναν πίσω στη πατρίδα, το φαινόμενο, πήρε μαζικές διαστάσεις. Εφημερίδες, έβαζαν τεράστιες αγγελίες, και έταζαν ονειρικούς γάμους στιις νέες κοπέλες και τις οικογένειες τους.
Η πραγματικότητα, όμως δεν ήταν τόσο ονειρική. Οι κοπέλες αντίκρυζαν, αντί για τα νεαρά παλικάρια, ώριμους κυρίους, πολλές φορές έπεσαν θύματα κακοποίησης, ενώ πολλές κοπέλες απελάθηκαν, όταν οι γαμπροί δεν τους άρεσε το ''δέμα'' τους και το επέστρεφαν.
Η Ελλάδα χρειάστηκε πολλές φορές να διώξει τα παιδιά της. Το ίδιο κάνει και τώρα. Μόνο που πλέον δεν κυνηγάμε έναν πλούσιο γάμο, αλλά μια θέση σε κάποια πολυεθνική που απλά θα μας προσφέρει το δικαίωμα στο όνειρο.
ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ



 E-Radio.gr 

Ένας 8χρονος Ροδίτης ανάμεσα σε 900 νύφες θυμάται…

Ο κ. Φωτάκης την διηγήθηκε, πριν λίγες μέρες, σε πυκνό ακροατήριο σε εκδήλωση που έγινε πρόσφατα στο λιμάνι της Μελβούρνης (Piers Festival).

Ένας 8χρονος Ροδίτης ανάμεσα σε 900 νύφες θυμάται…
«Κάποιες κοπέλες έμεναν μόνες στο λιμάνι της Μελβούρνης, ο γαμπρός που περίμεναν δεν ήρθε ποτέ ή έφυγε επειδή στη φωτογραφία που είχε σταλεί δεν απεικονίζονταν οι ίδιες».
Πριν 50 και πλέον χρόνια πολλές χιλιάδες ήταν οι Ελληνίδες νύφες που μετανάστευσαν στην Αυστραλία.
Νέες κοπέλες που ήρθαν εδώ για να παντρευτούν έναν άνδρα που γνώρισαν μόνο από μια…  φωτογραφία.
Ένας ομογενής εκπαιδευτικός, ο Παναγιώτης Φωτάκης, από την Αδελαΐδα, έφτασε στην Αυστραλία, μ’ ένα γερασμένο πλοίο που μετέφερε 900 Ελληνίδες νύφες.
Την ιστορία του αυτή, μέρος της οποίας δημοσίευσε παλαιότερα ο «Νέος Κόσμος», ο κ. Φωτάκης την διηγήθηκε, πριν λίγες μέρες, σε πυκνό ακροατήριο σε εκδήλωση που έγινε πρόσφατα στο λιμάνι της Μελβούρνης (Piers Festival).
Τίτλος της ομιλίας του ήταν «Από τη Σιάνα στην Αδελαΐδα». O ομογενής αναφέρθηκε διεξοδικά στις «νύφες» με τις οποίες συνταξίδευσε στην Αυστραλία πριν 59 χρόνια, όταν οκτώ χρόνων έφευγε με την οικογένειά του από το χωριό Σιάνα της Ρόδου για την Αυστραλία.
Του χρόνου, που θα συμπληρώσει 60 χρόνια στην Αυστραλία, θα κυκλοφορήσει ένα βιβλίο του αφιερωμένο σε κάποιες απ’ αυτές τις νύφες, όπως δήλωσε στο «Νέο Κόσμο».
Ο ομογενής εκπαιδευτικός, εδώ και χρόνια ξεκίνησε να συγκεντρώνει στοιχεία για να βρει τις 900 νύφες με τις οποίες έφτασε στην Αυστραλία, να δει τι απέγιναν και να καταγράψει την ιστορία τους, πιστεύοντας ότι «πρόκειται για μια συγκλονιστική ιστορία που δεν έχει ειπωθεί σε όλη της την έκταση».


Κάποιες από τις νύφες του Begona
Κάποιες από τις νύφες του Begona
Όπως είπε στο «Νέο Κόσμο», ήταν Μάιος και Ιούνιος του 1957 όταν το πλοίο «Begona» μετέφερε εκατοντάδες μετανάστες στην Αυστραλία. Ανάμεσά τους και τις 900 νύφες που ερχόταν εδώ για να παντρευτούν άνδρες, που γνώριζαν μόνο από φωτογραφίες.
Για την εμπειρία αυτή του κ. Φωτάκη, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης, Μιχάλης Δαμανάκης, έγραψε πριν λίγα χρόνια, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα:
«Για τις νύφες μού είχε μιλήσει ο φίλος μου ο Παναγιώτης από την Αδελαΐδα, πριν ακόμα γυρίσει ο Βούλγαρης την ομώνυμη κινηματογραφική ταινία και γίνουν της μόδας. Ο Παναγιώτης ταξίδευσε σε ηλικία μόλις οκτώ χρόνων με εννιακόσιες νύφες από τον Πειραιά για τη Μελβούρνη, με το καράβι «Begona».
Οι νύφες, επομένως, αποτελούσαν μέρος των βιωμάτων και των αναμνήσεών του. Γι’ αυτό, όσο πιο πολύ έσκαβε στο παρελθόν και στη βιογραφία του -τώρα πια που πέρασε τα εξήντα και ένιωθε την ανάγκη να προχωρήσει σε ένα είδος απολογισμού-, τόσο περισσότερο τον απασχολούσε και το θέμα των νυφών, τόσο και πιο πλούσια πηγή πληροφοριών γινόταν ο ίδιος για μένα. Τουλάχιστον έτσι νόμιζα, μέχρι που γνώρισα τη Χαρίκλεια.
Η Χαρίκλεια, μια μάλλον κοντή παρά κανονικού αναστήματος γυναίκα, στρουμπουλή, γελαστή, εύθυμη και καλοστεκούμενη, παρά την ηλικία της, μού συστήθηκε αυθόρμητα, με τη λήξη της συζήτησης που ακολούθησε μετά τη δημόσια διάλεξή μου τον Ιούνιο του 2009 στην Αδελαΐδα.
“Το θέμα της ταυτότητας στη διασπορά είναι μεγάλο” μου είπε. “Δεν είναι απλώς θέμα, είναι ζήτημα. Και αυτό σου το λέω εγώ, που έχω ασχοληθεί μ’ αυτά και που ήμουν μια από τις πολλές νύφες που ήλθαν στην Αυστραλία”.
Ανταλλάξαμε μερικές κουβέντες, για να καταλήξουμε σύντομα στο κλείσιμο ενός ραντεβού για το επόμενο πρωί στις εννέα. Όλα εξελίχθηκαν πολύ γρήγορα, γιατί και αυτή ήθελε να δώσει και εγώ ήθελα να πάρω. Και μιλώ για πάρε-δώσε και όχι για συζήτηση ή για συνέντευξη, γιατί η Χαρίκλεια μού υποσχέθηκε, πως ό,τι είχε να μου πει θα μου το έδιδε σε ντοκουμέντα.
Το ίδιο κιόλας βράδυ πληροφορήθηκα από τον Παναγιώτη, ότι η Χαρίκλεια ήταν μια από τις εννιακόσιες νύφες, που κατέπλευσαν μαζί του τον Ιούνιο του 1957 στο Port Philip Bay της Μελβούρνης, και ότι επί σειράν ετών έκανε ραδιοφωνικές εκπομπές σε έναν τοπικό ελληνόφωνο σταθμό, το Ράδιο “Δορυφόρος”.
Μια από τις δυο κασέτες που μού έδωσε την επόμενη μέρα περιείχε τις δικές της εκπομπές για τις νύφες και η άλλη μια συνέντευξη για τη δική της βιογραφία.
“Σας τις εμπιστεύομαι, αξιοποιήστε τις όπως νομίζετε” μου είπε. “Εγώ, βέβαια, δεν ήμουν στην κυριολεξία νύφη, εμένα με είχε προσκαλέσει ο αδελφός μου στη Αυστραλία»” λέει στη συνέντευξή της η Χαρίκλεια. “Στο καράβι όμως υπήρχαν πάρα πολλές κοπέλες που ήταν πράγματι αρραβωνιασμένες και που τις περίμεναν οι γαμπροί στο λιμάνι, με ανθοδέσμες στα χέρια. Όμως, αυτή την εποχή όποια γυναίκα πήγαινε στην Αυστραλία ήταν νύφη. 
Οι άνδρες περίμεναν με αγωνία την κάθε καραβιά με γυναίκες και οι γυναίκες μάθαιναν το αργότερα στο καράβι ότι μόλις φθάσουν μπορούν να βρουν άνδρα. Εγώ καθυστέρησα τρεις μήνες να παντρευτώ και όλοι έλεγαν, ‘αυτή κάτι έχει για να μην παντρεύεται’. Ε, μετά γνώρισα τον Α…, τον γλεντζέ, και…”
Ακούγοντας τη Χαρίκλεια να αφηγείται, θυμήθηκα τα αποτελέσματα των ερευνών του Παναγιώτη. Αυτός είχε κατατάξει τις νύφες σε κατηγορίες. Μια μεγάλη κατηγορία αποτελούσαν οι “αρραβωνιασμένες με φωτογραφία”, κάποιες άλλες γνώριζαν ήδη τον γαμπρό και υπήρχαν και οι “ελεύθερες”. Τις αποκαλούσαν ελεύθερες, γιατί, όπως λέει και η Χαρίκλεια, είχαν την ελευθερία να επιλέξουν μόνες τους τον γαμπρό, ενώ οι αρραβωνιασμένες ζούσαν με την αγωνία, θα αρέσουν στον γαμπρό; Θα τους αρέσει ο γαμπρός; Θα είναι όπως στη φωτογραφία ή θα είναι γεροντότερος και καταπονημένος από την πολύ δουλειά;
Για τις ελεύθερες γίνονταν ολόκληρες τελετουργίες και νυφοπάζαρα, μέσα από οικογενειακές συναντήσεις, μέσα από γλέντια, κοινωνικές συνάξεις και εκκλησιασμούς, όπου παρατηρούνταν συνωστισμός και διαγκωνισμός υποψήφιων γαμπρών.
Για τις αρραβωνιασμένες υπήρχε μέριμνα. Είχαν τη δυνατότητα μέσα ένα μήνα να επιστρέψουν με το ίδιο εισιτήριο στην πατρίδα, εφόσον κάτι πήγαινε στραβά με το γάμο ή μετάνιωναν οι ίδιες. Το ενδεχόμενο κάτι να μην πάει καλά ήταν πάντα λίγο ώς πολύ δεδομένο, γιατί, όπως μου έλεγε και ο φίλος μου ο Άρης από τη Βοστώνη, εκτός των άλλων παρατηρείτο το φαινόμενο να στέλνουν στο γαμπρό μια φωτογραφία της νύφης όταν αυτή ήταν εικοσάχρονη, ενώ ήταν τριάντα πέντε. Ή άλλη φωτογραφία έστελναν στο γαμπρό και άλλη γυναίκα στη συνέχεια. Μ’ άλλα λόγια, έλεγε ο Άρης, “άλλη του δείξανε και άλλη του μπήξανε”. Στην Αμερική, μάλιστα, υπήρχε, από πλευράς εκκλησιάς, ειδική μέριμνα για τις εγκαταλελειμμένες νύφες».
Τα ίδια υποστηρίζει και ο Παναγιώτης, όταν περιγράφει την υποδοχή στο λιμάνι: «Κάποιες κοπέλες έμεναν μόνες, ο γαμπρός που περίμεναν δεν ήρθε ποτέ ή έφυγε επειδή στη φωτογραφία που είχε σταλεί δεν απεικονίζονταν οι ίδιες, αλλά κάποια μικρότερη αδελφή τους».
Και η Χαρίκλεια λέει με νόημα: «Πόσες ανθοδέσμες δεν πετάχτηκαν στα πεζοδρόμια. Και πόσες κοπέλες δεν έβαλαν τα κλάματα και δεν επαναστάτησαν.
Αλλά και πόσες άλλες δεν έσκυψαν το κεφάλι και υπέμειναν τη μοίρα τους».
«Δύσκολα τα πρώτα χρόνια» υπογραμμίζει η Χαρίκλεια. «Ξένες σε ξένο τόπο, χωρίς γλώσσα, σε σκοτεινά μελαγχολικά σπίτια και όλα ανάποδα. Ιούνιος μήνας να βρέχει και να κάνει κρύο - πού ξανακούστηκε; Τα πρώτα είκοσι χρόνια είναι δύσκολα μας έλεγαν. Μετά συνηθίζεις. Τα είκοσι χρόνια έγιναν σαράντα και η μητριά Αυστραλία έγινε μάνα μας. Δόξα τω θεώ».
Πηγή: neoskosmos.com
@irodiaki